Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Νοτιάδες- Βροχές..... Ζήτωωωωω!!!!!!


Φωτογραφία-video: Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ.

Όλη την προηγούμενη εβδομάδα ο χειμωνιάτικος καιρός ήταν φανταστικός. Ήλιος, ζέστη μέσα στο καταχείμωνο!! Ελλάδα και πάλι Ελλάδα. Όμως το σαββατοκύριακο ο καιρός άλλαξε. Από την παρασκευή το απόγευμα πυκνά σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα προμηνύοντας βροχές και καταιγίδες. Το βράδυ έριχνε καρεκλοπόδαρα και εγώ έχοντας ανοίξει λίγο την μπαλκονόπορτα, για να ακούω την βροχή, τράβηξα κάτι ύπνους που δεν άκουσα το ξυπνητήρι να χτυπάει τα χαράματα. Έτσι ξύπνησα κατά τις 10:30 πμ. Πετάχτηκα από το κρεβάτι όταν κατάλαβα τι είχε συμβεί. Μέσα σε ένα τέταρτο είχα μαζέψει τα πάντα, τα φόρτωσα στο αμάξι και όπου φύγει-φύγει για Σαρωνικό. Το μενού περιελάμβανε ρηχά καρτέρια μέσα στην θολούρα και στα κύματα του νοτιά μήπως πιάσω κανένα λαβράκι. Πήρα το κορίτσι μου τηλέφωνο μήπως και ήθελε να έρθει μαζί μου, μιας και το πλάνο μου είχε αλλάξει και με χαρά δέχτηκε την απρόσμενη πρόσκλησή μου.

                                      Η αγόγγυστος σύντροφός μου!!!


Κατά τις 12:20 βουτούσα πάνοπλος στην αγαπημένη μου, αλλά θολή θάλασσα. Αφού ανοίχτηκα και έφτασα σε κάτι γνωστές πλάκες πλακώθηκα στα καρτέρια. Μάταια όμως γιατί δεν κυκλοφορούσε τίποτα. Μετά από περίπου μια ώρα φάνηκαν οι πρώτοι κέφαλοι. Ήταν μεσαία ψάρια και είπα να μην τα πειράξω. Πάλι τίποτα, ερημιά. Κάτι καλόγριες με γύλους μου έκαναν παρέα και κανένας μικρός σαργός που και που. Κάποια στιγμή μέσα στην «μοναξιά» και στην βαρεμάρα μου είδα κάτι κεφάλους να κινούνται οριακά μέσα στην θολούρα. Σημάδεψα τον πιο μεγάλο και έπιασα ένα ψάρι των 730 γρ.



«Πάλι καλά» είπα και αφού έκανα το γνωστό τελετουργικό συνέχισα τα καρτέρια μου. Σε μια στιγμή πέρασε από πάνω μου ένα κιλίσιο λαβράκι χωρίς να μου δώσει την παραμικρή ευκαιρία για βολή. Το όλο συμβάν μου αναπτέρωσε το ηθικό και πλακώθηκα στα καρτέρια με πάθος. Πάλι όμως τίποτα....
Είχα φτάσει σε έναν κάβο, που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα, αλλά δεν θυμάμαι το γιατί. Στο πρώτο καρτέρι πιάνω άλλον ένα κέφαλο 1400 γρ. Τα κύματα τώρα είχαν μεγαλύτερη δύναμη, με συνέπεια να έχει ελαττωθεί η ορατότητα. Μετά από μερικά καρτέρια μου φάνηκε ότι η μάσκα μου έχει κάπως θολώσει. Έχω βουτήξει και νομίζω ότι υπάρχει μια θολούρα πάνω στο γυαλί της μάσκας. Γυρίζω το βλέμμα μου προς το γάντι μου για να δω αν όντως συμβαίνει αυτό. Η θολούρα όμως οφειλόταν στο διαφορετικό περιβάλλον και όχι από την μάσκα μου. Γυρίζω το κεφάλι μου μπροστά και σχεδόν στην μύτη του ψαροτούφεκου είναι ένα λαβράκι λίγο μικρότερο από δύο κιλά. Το ψάρι είχε έρθει να με δει, όταν εγώ ασχολούμουν με την «θολούρα μου». Με το που συναντήθηκαν τα μάτια μας, το υπέροχο αυτό πλάσμα εξαφανίστηκε μέσα στον αφρό των κυμάτων. Δεν πρόλαβα ούτε να σκεφτώ τι να κάνω….. Πλακώθηκα στα καρτέρια και λίγο πριν γυρίσω πίσω είπα να κάνω ένα τελευταίο καρτέρι. Ούτως ή άλλως ο τόπος τελείωνε. Βουτάω και ενώ προσπαθώ να κρατηθώ από μια πέτρα για να μην με κουνάει το κύμα, μέσα από την θολούρα και δεξιά μου, εμφανίζεται ένα άλλο, αλλά πιο μικρό λαβράκι. Ήρθε καλυμμένο από τις πέτρες για να με δει. Με δυσκολία, λόγω των κυμάτων, γυρίζω το ψαροτούφεκο και πιάνω ένα κιλίσιο λαβράκι (1200 γρ.).


«Κοίτα αυτό το μέρος που δεν σου άρεσε, σου έδωσε τα ψάρια της ημέρας. Να μάθεις να μην προδικάζεις οτιδήποτε…» σκέφτηκα. Του δίνω ένα γρήγορο τέλος με το μαχαίρι μου, το φιλάω και βγαίνω. Πάω στο αμάξι για να αλλάξω τόπο. Εξιστορώ εν ολίγοις τα συμβάντα στην κοπέλα μου, η οποία αγόγγυστα με άκουγε. Πήγαμε μερικά χιλιόμετρα παρακάτω και βούτηξα. Το ίδιο μοτίβο πάλι. Μόνο αυτή την φορά μου ήρθαν από πίσω μεγάλοι κέφαλοι. Τα ψάρια με προσπέρασαν και εγώ σίγουρος για την βολή, έριξα και φυσικά αστόχησα. «Συγκεντρώσουουου....» είπα. Συνέχισα τα καρτέρια, αλλά πάλι τίποτε. Είχα αποφασίσει να ψαρέψω άλλη μια ώρα και να βγω, αν και είχα αρκετή ώρα στην διάθεσή μου, ήταν και η κοπέλα μου στο αμάξι.... Όχι πως θα παραπονιόταν, αλλά εγώ δεν ήθελα να το παρατραβήξω. Απορώ πως ανέχεται την τρέλα μου ώρες-ώρες. Είναι μάλλον η πολύ μεγάλη αγάπη που νοιώθει για έμενα. Αυτό είναι αμοιβαίο, γιατί και εγώ της συμπαραστέκομαι στα δικά της ενδιαφέροντα.... Τελικά είναι πολύ σπουδαίο πράγμα να είσαι με κάποιον ο οποίος σε αγαπάει και δεν σε ανταγωνίζεται ή σε μειώνει για οτιδήποτε κάνεις στην ζωή σου. Άντε τώρα να πήγαινα ψάρεμα μετά από μουρμούρα. Που να ηρεμήσεις, να συγκεντρωθείς και να απολαύσεις το ψάρεμα... 

Με αυτές τις σκέψεις χώνομαι μέσα σε μια σχισμή του βυθού. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα γυρίζω το κεφάλι μου δεξιά βλέπω ένα μεγάλο λαβράκι. Το ψάρι έχει έρθει κυριολεκτικά γλείφοντας το βυθό για να δει τι είναι αυτό το περίεργο πράγμα που δεν πολυφαινόταν. Εγώ δεν το είχα πάρει χαμπάρι καθώς ερχόταν. Τα μάτια του, μου φάνηκαν τόσο γουρλωμένα, που λίγο έλειψε να βάλω τα γέλια. 
«Αν το ψάρι στρίψει το έχω χάσει. Δεν θα το προλάβω και αυτό…» είπα στο εαυτό μου. Χαμήλωσα την ματιά μου και αυτό σιγά-σιγά προχώρησε μπροστά.

                                               Ο γουρλομάτης!!!

Με το που μπήκε στην ευθεία του όπλου έριξα, χωρίς να με πολυενδιαφέρει που θα το χτυπήσω. Η βέργα του καρφώθηκε στα μάγουλα, βγήκε από την άλλη μεριά και το υπέροχο ψάρι τινάχτηκε για να φύγει. Όμως η βολή μου ήταν καλή και έτσι τράβηξα το 1,800 γρ. λαβράκι στην αγκαλιά μου.



Το αποτελείωσα με γρήγορες κινήσεις και ζητώντας του συγνώμη το ευχαρίστησα που θα γίνει κομμάτι του εαυτού μου. Μόλις είχε τελειώσει υπέροχα, ένα υπέροχο ψάρεμα. Έκανα μερικά καρτέρια καθώς πήγαινα προς το αμάξι μου, περισσότερο για να χαζέψω παρά για να ψαρέψω. Βγήκα σαν τον κλέφτη, αλλά είχα έναν σύμμαχο. Το ψιλόβροχο που έπεφτε είχε διώξει τους περαστικούς. Για παν ενδεχόμενο χώθηκα πίσω από το αμάξι και τράβηξε η κοπέλα μου τις φωτογραφίες που ήθελα.




Καθάρισα στην παραλία το μεγάλο λαβράκι και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού συζητώντας πως, πότε και με ποιους θα το φάμε. Η μονότονη βροχή μας συντρόφευε καθώς γυρνούσαμε πίσω....
Ήταν όλα τόσο γαλήνια….          

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Κάνει ακόμη πολύ κρύο για Β. Ευβοϊκό !!!!!

Φωτογραφία-video: Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ

Έχετε παρατηρήσει ότι τελευταία, ο χρόνος τρέχει σαν τρελός, επισπεύδοντας διαδικασίες που άλλες φορές μπορεί να έπαιρναν ακόμη και χρόνια; Έτσι την εβδομάδα που μας πέρασε, έφυγε από κοντά μας για πιο "φωτεινούς και μακρινούς τόπους", η αδελφή του πατέρα μου, η αγαπημένη μας θεία Ειρήνη. Τρεχάματα ένα σωρό κατά την διάρκεια της εβδομάδας κτλ…. Όταν λοιπόν όλα κάπως ηρέμησαν μετά την κηδεία, αποφάσισα να επισκεφτώ και εγώ έναν αγαπημένο μου αλλά μακρινό ψαρότοπο που είχα να τον ψαρέψω πολλές εβδομάδες!!!

Η αγαπημένη μας θεία Ειρήνη.....

Το μετεωρολογικό δελτίο προέβλεπε έναν απίστευτα ωραίο καιρό, παρόλο που είμαστε στην καρδιά του χειμώνα και όλη η Ευρώπη έχει έντονα καιρικά φαινόμενα με πολύ κρύο. Ξύπνησα από τα άγρια χαράματα, φόρτωσα τον απαραίτητο εξοπλισμό και τράβηξα για τον Β. Ευβοϊκό. Μετά από δύο ώρες οδήγησης, βρέθηκα πριν ανατείλει ακόμη ο ήλιος στον τόπο που ήθελα να ψαρέψω. Η εξωτερική θερμοκρασία ήταν 6°C και εγώ αναρωτήθηκα μήπως είχε κάνει λάθος το δελτίο καιρού. Δεν είχα και πολλές επιλογές, ντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και βούτηξα. Εκεί με βρήκε η 2η δυσάρεστη έκπληξη της ημέρας. Τα νερά είχαν 10 °C στην επιφάνεια!!! Ψηλοπαγωμένος, παρόλο που φορούσα χοντρή στολή ξεκίνησα να ψαρεύω. Τα πρώτα αναγνωριστικά καρτέρια δεν μου απέφεραν τίποτε. Έτσι αποφάσισα να ανοιχτώ και να φτάσω στα γνωστά μου ξενέρια, που ήταν καμιά εκατοστή μέτρα μακριά. Στο πρώτο ξενέρι, καθώς ξεπροβάλλω δειλά-δειλά, βλέπω ένα μεγάλο κοπάδι από μεγάλους κεφάλους να κολυμπάει ανέμελα. Ανάμεσά τους υπάρχουν και αρκετά λαβράκια αλλά είναι μικρά. Τα ψάρια έχουν αρχίσει να με αντιλαμβάνονται και σιγά-σιγά απομακρύνονται από κοντά μου. Εγώ παραμένω κριμένος, όσο τω δυνατόν, αλλά αναρωτιέμαι μήπως θα πρέπει να ρίξω σε έναν από τους μεγάλους κεφάλους; Διακρίνω όμως αχνά μέσα στην θολούρα μια χοντρή σκιά να με πλησιάζει, κουνώντας νωχελικά την μεγάλη της ουρά. Ένα υπέροχο λαβράκι εμφανίζεται μπροστά μου και την ώρα που πατάω την σκανδάλη το ψάρι τινάζεται ταχύτατα.
«Μάλλον αστόχησα….» έπιασα τον εαυτό μου να λέει. Πάω να μαζέψω την βέργα μου βαριεστημένα τραβώντας το σκοινί, αλλά νοιώθω μια σθεναρή αντίσταση. Για πότε ξύπνησα δεν λέγεται. Έριξα στο ψάρι καταμέτωπο, αλλά αυτό πρόλαβε και έστριψε και το χτύπησα στον σβέρκο. Το μεγάλο λαβράκι (1980 γρ.) ήρθε εύκολα στα χέρια μου, επειδή η βολή ήταν τελικά πολύ καλή!!!

Ο Σαυροφάγος κυνηγός !!!
Το φίλησα και αφού του έδωσα ένα γρήγορο τέλος, το κρέμασα στην ψαροβελόνα μου ζητώντας του συγνώμη. Είχαν περάσει μόλις 20΄ και το ψάρεμα είχε τελειώσει, χωρίς καν να βουτήξω, μιας και είχα πιάσει το ψάρι ενώ ήμουν στην επιφάνεια. Λίγο πιο κάτω το ίδιο σκηνικό συνέβει άλλες δύο φορές μάλιστα. Αυτή την φορά υπήρχαν ωραίοι κέφαλοι. Περίμενα κριμένος πίσω από ένα άλλο ξενέρι ενώ ήμουν στην επιφάνεια και όταν είδα ότι δεν υπήρχε λαβράκι έπιασα δύο κεφάλους του ενάμισι κιλού, σε δύο αντίστοιχες βολές.

Ο μεγάλος κέφαλος (1,7 κ)
Είχα ανοιχτεί αρκετά και αποφάσισα να κάνω ένα καρτέρι στον πάτο, για να δω τι γίνεται. Με το που πέρασα τα 5μ βάθος είδα ένα παχύ, αλλά θολό υπόγειο ρέμα να απλώνεται παντού. Σταμάτησα την βουτιά και τεντώνοντας το χέρι μου, έβαλα το δάχτυλό μου μέσα σε αυτή την θολούρα. Νόμιζα ότι το είχα βάλει σε βαθιά κατάψυξη. Παγωνιά σκέτη!!! Δεν ξέρω πόσους βαθμούς είχε η θολούρα αλλά δεν με ενδιέφερε να μάθω. Όλο το υπόλοιπο ψάρεμά μου έγινε πιο ρηχά από την παγωμένη θολούρα. Σε άλλα δύο καρτέρια έπιασα άλλους δύο κεφάλους λίγο πιο μικρούς (1,2 & 1,1 κιλά) από τους προηγούμενους.

Συνολική ψαριά!

Άρχιζα όμως να κρυώνω και κοίταξα το ρολόι μου που έδειχνε ότι ήμουν μέσα στο νερό μόνο μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά!! Αποφάσισα να βγω. Καθώς περνούσα από ένα ξενέρι είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά μισόκιλα λαβράκια. Κρύφτηκα πίσω από τον βράχο και χάζευα την αθωότητά τους. Ερχόντουσαν, με έβλεπαν, έφευγαν για να γυρίσουν πάλι όλα μαζί να περιεργαστούν τον εισβολέα. Τραβηχτικά σιγά-σιγά για να μην τα ενοχλήσω περισσότερο και πήρα τον δρόμο για την παραλία. Τα χέρια μου είχαν παγώσει. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να βγω, το μάτι μου πιάνει κάτι που δεν ταίριαζε με το όλο περιβάλλον.

Η τέλεια παραλλαγή!!!

Κοιτάω καλύτερα και βλέπω μια σουπιά να έχει κάνει παραλλαγή ανάμεσα σε δύο πέτρες έχοντας στα πλοκάμια της μια χειλού!!! Δεν το έχω ξαναδεί αυτό το θέαμα. Την είχε πιάσει από το κεφάλι και η χειλού δεν κουνιόταν καθόλου. Έβγαλα την κάμερα από το όπλο και πήρα το πλάνο που ήθελα και μετά έπιασα την σουπιά. Βγήκα έξω σχεδόν τρέμοντας από το κρύο, αλλά ο υπέροχος ήλιος με ζέστανε γρήγορα. 


Η σουπιά είχε φάει το κεφάλι της χειλούς!!!

Έβγαλα τις φωτογραφίες που ήθελα, άλλαξα και καθάρισα το υπέροχο λαβράκι κάνοντας διάφορα σχέδια για τσιμπούσι. Κοιτώντας το στομάχι του που ήταν γεμάτο (πάντα το κάνω όταν καθαρίζω ψάρια) βρήκα μισοχωνεμένο το δέρμα κοιλιάς ερπετού!!! Κοιτώντας πιο προσεχτικά είδα και ποδαράκια. "Ποιος ξέρει πως κατάφερε αυτός ο μεγάλος κυνηγός να αρπάξει την σαύρα;" αναρωτήθηκα!!! Δυστυχώς δεν που έκοψε να βγάλω μια φωτογραφία, παρά μόνο όταν έφτασα στην Αθήνα…..


Στον γυρισμό τα νερά του Ευβοϊκού είχαν τραβηχτεί και οι γλάροι βρήκαν την ευκαιρία να ξαποστάσουν, καθώς τους ζέσταινε ο καταπληκτικός χειμωνιάτικος ήλιος.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ψαρεύοντας με παρέα τα U.F.O.!!!

 


Φωτογραφία-Video: Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ



Την προηγούμενη εβδομάδα είχαμε πάει με την Σταυρούλα στο Dundee, στην Σκοτία, για να δούμε την κόρη μου Σοφία που σπουδάζει εκεί. Η Σκοτία είναι μια πολύ καταπράσινη και όμορφη χώρα αλλά από καιρό δεν λέει και τίποτα σπουδαίο. Όλο βροχές, κρύο και ομίχλη. Λίγο πριν φτάσουμε το τραίνο πέρασε πάνω από την θάλασσα και ήταν στην κυριολεξία καφέ!!!

«Δεν με βλέπω να ξαναέρχομαι για να βουτήξω σε αυτά τα νερά» είπα στον εαυτό μου. Το σύμπαν όμως που άκουσε τις σκέψεις μου με έβαλε στον πειρασμό. Περίπου 100 μ. πριν τον τερματισμό μας, πάνω σε μια πλάκα είχαν αράξει τρις φώκιες. Ναι, καλά διαβάσατε τρις φώκιες. Οι δύο ήταν άσπρες με μαύρες βούλες και η τρίτη σκουρόχρωμη. 

«Καλά να πάθεις, να μάθεις να μην προδικάζεις με τόση αλαζονεία το μέλλον…» έπιασα τον εαυτόν να μου απαντάει…. Το Dundee μου κουνούσε το δαχτυλάκι και με προσκαλούσε για μελλοντική βουτιά. Πήγαμε, είδαμε την Σοφία, φοιτήτρια. Πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια, η Σοφία φοιτήτρια!!! Ποιος να το πιστέψει….. και επιστρέψαμε. Βέβαια η Ελλάδα μας περίμενε με λιακάδα, ζέστη και με χαρά βγάλαμε τα χοντρά μπουφάν μας. 

«Α!! ρε Ελλαδάρα, είσαι η ωραιότερη χώρα στον κόσμο!!!» φώναξα στο αεροδρόμιο και οι τριγύρω γύρισαν και με κοίταξαν χαμογελώντας. Έτσι όταν ήρθε το επόμενο σαββατοκύριακο εννοείται πήγα για βουτιά. Λόγω όμως υποχρεώσεων δεν μπόρεσα να πάω από το πρωί, αλλά ξεκίνησα νωρίς το απόγευμα. Ο Βρεττός δεν μπορούσε, ο Σπύρος άφαντος η Σταυρούλα κρυωμένη και έτσι πήγα να βρω μόνος τον παλιό καλό μου φίλο, τον Β. Ευβοϊκό, που είχα να τον επισκεφθώ πριν από το καλοκαίρι. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη με ελαφρύ κυματισμό. Ντύθηκα και την ώρα που κατέβαινα τα τελευταία βράχια για να βουτήξω πιάνει το μάτι μου μια κίνηση περίπου 100μ. μακριά μου. Ψάχνω να βρω την βάρκα, τίποτε. Κοιτάζω πιο προσεκτικά να δω τον ψαροτουφεκά, τίποτα. Περιμένω λίγο να δω τι θα φανεί και ξαφνικά δύο μεγάλα με μαύρες ράχες δελφίνια βούτηξαν. Από ψαρευτικής άποψης μάλλον το ψάρεμα είχε τελειώσει. Μόνο ο πανικός που θα είχε προκληθεί από την εμφάνιση των δελφινιών ήταν αρκετός να μην υπάρχει λέπι. Αν όμως κατάφερνα να τραβήξω κάποιο υποβρύχιο πλάνο με τα δελφίνια, αυτό θα άξιζε τον κόπο. Έβαλα όλα τα δυνατά μου και κολύμπησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ήθελα ακόμη περίπου 30μ. για να φτάσω στο σημείο που τα είχα δει, όταν είδα ένα δελφίνι να βουτάει. Έκανα, δεν ξέρω πόσες βουτιές. Έφαγα τον κόσμο αλλά δεν τα βρήκα. Εγώ δεν τα είδα. Δεν ξέρω αν εκείνα με είδαν, αλλά είμαι σίγουρος ότι αισθάνθηκαν την παρουσία μου. Αφού σπατάλησα αρκετή ώρα χωρίς αποτέλεσμα, αποφάσισα να ψαρέψω. Δεν υπήρχε τίποτα. Το κακό στην όλη υπόθεση ήταν ότι όσο πέρναγε η ώρα, τόσο πιο θολά γινόντουσαν τα νερά καθώς ο ήλιος πλησίαζε στην δύση του. Δεν είχα και πολλά περιθώρια, αλλά το ελαφρύ βοριαδάκι είχε κάνει το θαύμα του. Πάνω σε όλη την έξαψη με τα δελφίνια δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι ήμουν περικυκλωμένος από UFO, μέχρι που τράκαρα σε ένα. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα αυτό το πανέμορφο αλλά από άλλο κόσμο ον. Μια μέδουσα απαράμιλλης ομορφιάς μεν αλλά και αλλόκοτο πλάσμα δε. Υπήρχαν εκατοντάδες και εγώ δεν τις είχα προσέξει. Τις είχε φέρει το βοριαδάκι. 



Αυτό το αλλόκοτο πλάσμα έχει ένα καφέ καραφλό και γλοιώδες κεφάλι που καταλήγει σε αυτά τα κρόσσια που την βοηθάνε να κολυμπάει. Με σώμα που θυμίζει κουνουπίδι, που καταλήγει σε στα μοβ και άσπρα ποδαράκια - βεντούζες, τα εκπληκτικά της χρώματα και το μονότονο κολύμπι της, προσέθετε μια ηρεμία σε αυτό το ειδυλλιακό για εμένα τοπίο.

Έβγαλα την υποβρύχια κάμερα από το όπλο και πήρα τα πλάνα που ήθελα. Αυτό το υπέροχο πλάσμα δεν αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο. Τα ποδαράκια της δεν τσιμπάνε, τρέφεται με πλαγκτόν και ανάμεσα στις τρύπες του «κουνουπιδιού» προσφέρει προστασία σε μικρά ψαράκια. Αφού την περιεργάστηκα για λίγη ακόμη ώρα, αποφάσισα να ψαρέψω.
Δεν κυκλοφορούσε τίποτε. Συνέχισα τα καρτέρια πατωτά μέσα στην θολούρα που όλο γινόταν και πιο πυκνή. Σε ένα καρτέρι είδα μια σκιά και έριξα. Έπιασα έναν κέφαλο του κιλού. 

«Πάλι καλά, θα φάμε ψάρι από ότι φαίνεται» σκέφτηκα και συνέχισα τα καρτέρια. Σε άλλες δύο φορές αστόχησα σε ανάλογες σκιές. Αποφάσισα να βγω ψαρεύοντας, μιας και η ώρα ήταν περασμένη. Σε ένα καρτέρι πάνω σε ένα βραχάκι διέκρινα την σιλουέτα ενός λαβρακιού. Χωρίς πολλές σκέψεις σημάδεψα και έριξα στο ψάρι. Από το τράβηγμα που έκανε κατάλαβα ότι δεν είχα αστοχήσει. Αναδύθηκα και μάζεψα το σκοινί του ψαροτούφεκού μου και το λαβράκι ήρθε στην αγκαλιά μου μαχόμενο. 

Είχα πιάσει ένα υπέροχο ψάρι πάνω από κιλό και αφού του έδωσα ένα γρήγορο τέλος με το μαχαίρι μου, το φίλησα ζητώντας του συγνώμη και το κρέμασα στην ψαροβελόνα μου. Συνέχισα να ψαρεύω προς την ακτή και λίγο πριν βγω είδα μια σκιά, αρκετά χοντρή να χάνεται μέσα στην θολούρα. Ενστικτωδώς πάτησα την σκανδάλη και κεραυνοβόλησα στον σβέρκο έναν μεγάλο κέφαλο και βγήκα. 

Είχε σχεδόν νυχτώσει και αφού άλλαξα έβγαλα και τις φωτογραφίες μου και πήρα τον δρόμο για τον γυρισμό. Τα βουνά της Ευβοίας είχαν πάρει αυτό το καταπληκτικό μοβ-καφέ χρώμα που έχει το δειλινό.

Μπορεί η ψαριά να μην ήταν τίποτε το σπουδαίο, αλλά οι εμπειρίες που μάζεψα από το σημερινό ψάρεμα ήταν εκπληκτικές. Το λαβράκι ζύγιζε 1,340γρ και το φάγαμε την επομένη. Ο μεγάλος κέφαλος ζύγιζε 1,520γρ και ο μικρός ένα κιλό.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Χριστούγεννα στην Πάλαιρο.


Φωτογραφία:Δημήτρης Μίχος, Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ
Video:Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ

Η Πάλαιρος είναι ένα χωριό στην Δυτική Ελλάδα σχεδόν απέναντι από την Λευκάδα κάτω από την Πρέβεζα και βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Όπως τα περισσότερα μέρη αυτής της περιοχής είναι καταπράσινη όλο το χρόνο με πολλά δένδρα, ωραία τοπία. Η πανίδα και η χλωρίδα της είναι πολύ πλούσια και ποικιλόμορφη, αλλά και με αρκετά ανεπτυγμένη κτηνοτροφία. Έτσι χρειάζεται να δώσει μεγάλη προσοχή όταν οδηγεί κανείς, γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που συναντάει κανείς ολόκληρα κοπάδια ζώων όπως αρνιά, κατσίκες, γουρούνια ή βοοειδή στον δρόμο του.....  

Βρεθήκαμε στην Πάλαιρο πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ένας φίλος και συμφοιτητής της Σταυρούλας, ο Δημήτρης Τριαντακωσταντής, μας προέτρεψε να κάνουμε Χριστούγεννα μαζί του. Μας έκλεισε στα μόνα δύο ξενοδοχεία που ήταν ανοιχτά και μας άφησε να διαλέξουμε που μας άρεσε να μείνουμε. Το 1ο ήταν ένα σπίτι, όπου ο ιδιοκτήτης απεφάσισε να βγάλει κάποια χρήματα με το να κλείσει ένα μέρος του σπιτιού και να το νοικιάζει. Εάν μέναμε εκεί, μάλλον δεν θα ξανα-πηγαίναμε στην Πάλαιρο. Ευτυχώς διαλέξαμε να μείνουμε στο 2ο που ήταν το Thalassa Spa Hotel. Ήταν τόση η απελπισία μας και η κούραση από την οδήγηση που δεν ρωτήσαμε καν πόσο κάνει το δωμάτιο. «Θα μείνουμε μιας και μας αρέσει και ο Θεός βοηθός» είπαμε.
Thalassa Spa Hotel

Αυτό που μας κέρδισε πέραν από το καταπληκτικό ξενοδοχείο ήταν η απλότητα και η ζεστασιά που μας έδειξαν οι άνθρωποι του ξενοδοχείου. Νοιώσαμε τόσο οικεία, σαν να τους ξέραμε χρόνια και φυσικά γίναμε και πολύ καλοί φίλοι. Έτσι λοιπόν και φέτος, πιστοί στην παράδοση, με το που έκλεισαν τα σχολεία, για τις διακοπές των Χριστουγέννων, κινήσαμε για την Πάλαιρο. Ο καιρός σχεδόν ανοιξιάτικος, με έναν ολόλαμπρο ήλιο και η θάλασσα κολλημένη σαν γιαούρτη.
Οι φίλοι μας, μας περίμεναν με χαρά και ανυπομονησία. Μόλις φτάσαμε τα φιλιά και οι αγκαλιές έπεσαν σύννεφο (με τους Δημήτρη, Αγλαΐα, τα παιδιά τους Στέλλα και Δήμητρα, τον Ντίνο, την αδελφή του Δημήτρη Σταθούλα και αργότερα τον άνδρα της, τον καπετάν Γιώτη). Φυσικά υποσχέθηκα ψαροφαγία στην ομήγυρη. Αυτή την φορά υπήρχε και ένας έμπιστος φίλος του Δημήτρη, ο Βασίλης, που μου είπε και 4-5 ψαρότοπους. Η όλη σκηνή είχε συμβεί και πέρσι με κάτι «γνωστούς» του Δημήτρη που με έστειλαν και κολυμπούσα για ώρες σε μια απέραντη αμμούδα χωρίς λόγο!!! Τι ανασφάλεια πιάνει τους ανθρώπους να λένε ψέματα, δεν μπορώ να καταλάβω. Θα ήταν πολύ πιο ανθρώπινο και θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα να μου έλεγαν ή ότι δεν ξέρουμε ψαρότοπους ή δεν θέλουμε να τους αποκαλύψουμε σε έναν άγνωστο Αθηναίο που ήρθε να πάρει τα ψάρια μας. Τέλος πάντων. Όμως η Πάλαιρος είχε άλλα στο μυαλό της. Στα πρώτα 4 ψαρέματα, όχι μόνο δεν είδα κάτι καλό, αλλά δεν πάτησα ούτε καν την σκανδάλη και μιλάμε για τετράωρα - πεντάωρα ψαρέματα σε συστημένους τόπους.

Ότι και να έκανα, ότι τεχνικές και να άλλαξα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Αποφάσισα να αλλάξω και ώρα. Έτσι αντί για χαράματα πήγα απόγευμα, τίποτε. Δοκίμασα μεσημέρι, μια από τα ίδια. Όμως εκεί που έκανα τα καρτέρια μου, μήπως και φανεί τίποτα είχα την συντροφιάς μια μικρής πέρκας που αποφάσισε να με παρατηρεί αράζοντας πάνω σε μια πέτρα.                                     








              Λίγο πιο κάτω κάτι σπειρογράφοι μου έκαναν παρέα την ώρα που καρτέρευα. Σε ένα άλλο καρτέρι, ενώ ήμουν σε αυτή την «αχανής γαλάζια ερημιά», παρατήρησα πάνω σε κάτι σχοινιά από κομμένα δίχτυα, αυγά καλαμαριού ήταν τοποθετημένα ανά εκατοντάδες. 

«Κοίτα πως αυτή η γαλάζια ερημιά σφύζει από ζωή και εσύ δεν χαμπαριάζεις τίποτε» είπα στον εαυτό μου. Την ώρα που έβγαινα από το τελευταίο άκαρπο ψάρεμα, στους 30 περίπου πόντους νερό είδα έναν ολόμαυρο ιππόκαμπο που χρόνια έχω να δω. Τον χάιδεψα και αφού πήρα το πλάνο που ήθελα του ευχήθηκα καλή χρονιά και αφήνοντάς τον στην ησυχία του βγήκα.  
Μπορεί η ψαροφαγία να αργούσε αλλά τα πιρούνια της παρέας είχαν πάρει φωτιά. Στο καινούργιο τζάκι των παιδιών (Δημήτρη και Αγλαΐας), ψήσαμε κάτι εκπληκτικά μπριτζολίδια και κάτι πεντανόστιμα ψητά, που τους δώσαμε να καταλάβουν. 


Ο Δημήτρης εν δράση... κόβοντας αγριογούρουνο.....



η καλύτερη παρέα...










Τα ξύλα τα έκοβε με μαεστρία, ο ξυλοθραύστης της Παλαίρου, ο Ντίνος. 
Φυσικά πάντα από κοντά και ο Όσκαρ, ο σκύλος των κοριτσιών, ο ζήτουλας που τον έλεγα εγώ. Ένα γλυκύτατο πλάσμα, πολύ χαδιάρικο αλλά όποτε έβρισκε ευκαιρία να εκλιπαρήσει για κανένα μεζέ δεν έλεγε όχι.
Ο ... ζήτουλας

Τα πρωινά που ετοιμαζόμουν να πάω για ψάρεμα μπροστά στο ξενοδοχείο εμφανιζόταν συνήθως μια αλεπού. Ένα υπέροχο πλάσμα με μια όμορφη φουντωτή ουρά. Ο Δημήτρης μου είπε ότι είναι τρις οι αλεπούδες και έρχονται και τις ταΐζει. Οι δύο είναι αρκετά μεγάλες και οι τρίτη πιο μικρή. Ορισμένες μέρες εμφανιζόντουσαν και τα βράδια. Ήταν αρκετά ήμερες αλλά δεν σε άφηναν να τις ακουμπήσεις. Καθόντουσαν σε μια απόσταση 4-5 μέτρων και δεν πλησίαζαν πιο κοντά. Όταν τους έβαζαν φαΐ έμπαιναν και μέσα στο ξενοδοχείο!!
και ο μουσαφίρης.....

Όταν είδα και απόειδα ότι η Πάλαιρος δεν μου κάνει το χατίρι, αποφάσισα να βουτήξω σε έναν παλιό μου ψαρότοπο που μου είχε δώσει κάτι λαβράκια. Ξύπνησα χαράματα, ντύθηκα μέσα στο μπάνιο!!!, χαιρέτισα τις αλεπούδες (2) και ξεκίνησα για την βουτιά μου. Όταν έφτασα βούτηξα και άρχισα τα καρτέρια. Πέρασαν κάτι κέφαλοι αλλά δεν τους έδωσα σημασία. Μετά από λίγο ήρθε επιτέλους το πρώτο λαβράκι το οποίο ήταν πολύ μικρό. Χάρηκα που το είδα και περίμενα κανένα καλύτερο. Το επόμενο μισάωρο δεν φάνηκε κάτι καλό και έτσι αποφάσισα να ανοιχτώ λίγο. Ήμουν σε βάθος 4μ όταν το πρώτο καλό λαβράκι φάνηκε. Το 800γρ ψάρι ήρθε καταπάνω μου και εγώ απλά πάτησα την σκανδάλη και έπεσε νεκρό. «Επιτέλους» είπα και δεν ξέρω πόσες φορές το φίλησα. Στο επόμενο μου ήρθαν δύο λαβράκια και εγώ επικεντρώθηκα να δω πιο είναι το πιο μεγάλο. Μέχρι να καταλάβω πιο από τα δύο είναι μέσα στην θολούρα, το υποψήφιο θύμα μου είχε στρίψει και άρχισε να απομακρύνεται. Το σημάδεψα και του έριξα. Η βέργα το πέτυχε λίγο μετά την ουρά και του βγήκε από το μάγουλο. Έχοντας όλη την βέργα μέσα στο σώμα του, το κιλίσιο λαβράκι απλά έπεσε στον βυθό ακινητοποιημένο. Το πήρα όλος χαρά το φίλησα και το κρέμασα στην ψαροβελόνα μου ζητώντας του συγνώμη. 


Το ίδιο περίπου σκηνικό έγινε άλλες τρις φορές πιάνοντας άλλα τρία λαβράκια. Τώρα όμως είχα φτάσει σε κάτι κατρακύλια όπου έπαιζαν άλλου είδους ψάρια. Στο πρώτο καρτέρι ήρθε ένα 510γρ μελανούρι με τόση φόρα που παραλίγο να καρφωθεί από μόνο του πάνω στην βέργα. Μετά είδα ένα κοπαδάκι σικυούς. Διάλεξα τον πιο μεγάλο και έπιασα έναν μισόκιλο. Είχα πλησιάσει προς το τέλος του τόπου και αποφάσισα να κάνω ένα τελευταίο καρτέρι. Δεν φάνηκε τίποτα.... Έτσι αποφάσισα να συνεχίσω σερνάμενος λίγο πιο μπροστά σε κάτι πέτρες που θα με έκρυβαν, μπας και είχε κάποιο ψάρι. Όντως μετά από λίγο φάνηκε ένας ανέμελος σαργός να τσιμπολογάει δεξιά-αριστερά, χωρίς να με έχει πάρει χαμπάρι. Σημάδεψα και περίμενα την κατάλληλη στιγμή και πάτησα την σκανδάλη, πιάνοντας έναν σαργό 470 γρ. 

Η ώρα ήταν περασμένη και τα είχα πάει ανέλπιστα καλά. Τα φόρτωσα όλα στο αμάξι και πήγα πίσω στο ξενοδοχείο. Εκεί βγάλαμε τις ανάλογες φωτογραφίες και ετοιμάσαμε τα πλάνα για το βράδυ. 

Όταν έφτασε η ώρα, ο Ντίνος άναψε το τζάκι και μόλις έπεσε η φωτιά βάλαμε τα ψάρια να ψηθούν. Ετοιμάστηκε και η σαλάτα και όταν ψήθηκαν τα ψάρια τα απολαύσαμε δεόντως. Μετά αράξαμε όλοι μαζί μπροστά στο τζάκι εξιστορώντας διάφορες ιστορίες μέχρι που νυστάξαμε και αποσυρθήκαμε στα δωμάτιά μας.
Την επομένη ο ουρανός ήταν πολύ βαρύς. Από τα χαράματα ψιλόβρεχε, λες και μας αποχαιρετούσε λυπημένος. Είχε έρθει ο καιρός για την επιστροφή. Αποχαιρετήσαμε τους αγαπημένους μας φίλους και πήραμε τον δρόμο για τον γυρισμό. Δώσαμε ραντεβού να ξαναβρεθούμε πιο σύντομα από τα επόμενα Χριστούγεννα. Ποιος ξέρει, ίσως τα καταφέρουμε….

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Ένα ψάρεμα στην Φολέγανδρο...


Φωτογραφία: Δημήτρης Ντούμης, Ζαχαρίας Σκευοφύλαξ.

Έχουν περάσει περίπου δύο χρόνια από την τελευταία φορά που είχαμε πάει στην Φολέγανδρο με την Σταυρούλα. Είναι ένα αγαπημένο νησί και των δύο μας, αλλά τελευταία κάτι άλλαξε με κάποιους «φίλους» και έτσι είπαμε να περάσει λίγος καιρός για να ξαναπάμε. Όμως το νησί και οι κάτοικοί του (οι περισσότεροι τουλάχιστον) μας έχουν μείνει στην καρδιά μας. Γι αυτό αποφάσισα, τιμής ένεκεν, να γράψω αυτό το άρθρο. Κατ αρχάς η Φολέγανδρος είναι ένα κυκλαδίτικο νησί που δεν έχει τις πολλές, ωραίες παραλίες και είναι κατάξερη. Αλλά αυτή η πέτρα που υπάρχει παντού, με τα καταγάλανα και κρυστάλλινα νερά της, σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. 

Πρωτοπήγα μόνο και μόνο για να ψαρέψω. Τα ψάρια της μεγάλα και πολλά. Την επόμενη φορά πήγα με την Σταυρούλα, η οποία λάτρεψε το νησί. «Αναγκάστηκα» λοιπόν επί σειρά ετών να κάνω την καρδία μου πέτρα και να το επισκεπτόμαστε με μεγάλη ανυπομονησία σχεδόν κάθε καλοκαίρι για περίπου 8 χρόνια συνέχεια. Η ιστορία αυτή εξελίχθηκε το τελευταίο καλοκαίρι στην Φολέγανδρο.








       


Φτάσαμε με το καράβι και κατευθυνθήκαμε προς το γνωστό πια για εμάς δωμάτιο. Θα μέναμε στο λιμάνι (Καραβοστάσι). Το δωμάτιό μας έχει απίστευτη θέα.
Τις "καλές μέρες", πέρα από την Σύκινο, Ίο και τα ξερονήσια, φαίνεται άχνα στο βάθος ακόμη και η Σαντορίνη! Ταχτοποιούσαμε τα πράγματά μας και βουρ για μπάνιο. Το βραδάκι ανεβήκαμε στην Χώρα και αφού χαιρετίσαμε τους γνωστούς φίλους καταλήξαμε στο Γουπί (μεζεδοπωλείο). Ρημάξαμε κάτι κολοκυθάκια, σαλάτα, ρεβίθια για να κλείσουμε με το καταπληκτικό λεμονάτο κατσικάκι της κας Ντίνας που χρόνια τώρα με λαιμαργία θα έλεγα το καταβροχθίζουμε, όχι πως τα υπόλοιπα πιάτα υστερούν….
 

Καταλήξαμε για ένα παγωτάκι στον φίλο μας Αποστόλη και πήραμε κουρασμένοι τον δρόμο για τον γυρισμό. Χαιρετίσαμε την Φρόσω και πέσαμε για ύπνο. Η Φρόσω είναι μια αράχνη έξω από το δωμάτιο που χρόνια την βλέπουμε. Δεν ξέρω αν είναι η ίδια, αλλά ο ιστός είναι πάντα στο ίδιο σημείο, μεγάλος και ρημάζει τα πετούμενα έντομα της περιοχής. Υπάρχει ρητή εντολή να μην πειραχτεί η Φρόσω από την σπιτονοικοκυρά μας, την κα Ελένη, με την οποία συμφωνούμε απολύτως.

Τα πρωινά όταν ξυπνήσουμε, που κάποιες φορές είναι μεσημέρι!, παίρνουμε το πρωινό μας στην αυλή του δωματίου με την συντροφιά του «Τυράκια». Είναι μια μικρή σαύρα που μόλις μας ακούσει να τρώμε εμφανίζεται μέσα από τις πέτρες. Την πρώτη φορά που την είδαμε, της πέταξα ένα μικρό κομμάτι τυρί και το έφαγε με μεγάλη όρεξη μπορώ να πω. Έτσι τη βαφτίσαμε Τυράκια. Μετά το πρωινό αποφασίζουμε πως θα περάσουμε την μέρα μας….   

Τις επόμενες μέρες πήγαμε με τον Δανό (Θοδωρής το όνομά του, η μητέρα του είναι από την Δανία και του έμεινε το Δανός) και τον Δημήτρη για ψαροτούφεκο, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πολύ φτωχά. Ίσα-ίσα για να φάμε όλοι μαζί. Το βράδυ άναψα φωτιά και ψήσαμε τα λιγοστά ψάρια, με τις σαλάτες και τα άλλα εδέσματα τα καταφέραμε πάλι.
Το «κακό» είναι ότι ο Δανός, που έχει και την βάρκα, δουλεύει σε ξενοδοχείο και δεν μπορούμε να πάμε για πολύωρα ψαρέματα. Όταν μπορεί, το μάξιμουμ είναι μια δίωρη βουτιά. Τις ημέρες που δεν πάμε για ψαροτούφεκο, πάμε για μπάνιο με την Σταυρούλα και όταν έχουμε όρεξη για να φάμε κανένα ψάρι καταλήγουμε στο λιμάνι με το καλάμι μου όπου πιάνω μικρόψαρα (σπάρους, ζουμπούλια, μελανουράκια, σκαρδούπια κ.α.)


Ότι δεν τρώγεται καταλήγει στους θαυμαστές μας, που είναι οι γάτες του λιμανιού. Ιδιαίτερη φροντίδα λαμβάνει ένας ασπρόμαυρος γατούλης που τον ονομάσαμε Κοψαυτί (γιατί το ένα είναι κομμένο στην άκρη), ο οποίος μόλις μας δει έρχεται και ξαπλώνει δίπλα μας απολαμβάνοντας τα χάδια αλλά και τους μεζέδες που του δίνουμε!!! Ο Κοψαυτής έχει βρει έναν μοναδικό τρόπο πως να πίνει νερό από την βρύση του λιμανιού!!!
Τα υπόλοιπα μικρόψαρα, αφού τα καθαρίσουμε καταλήγουν στο Γουπί, όπου μαζεύεται όλη η παρέα και γίνεται το σώσε… υπό τις περιποιήσεις του φίλου μας του Άκη (που τον αποκαλώ μακρυμάλλη)….


Οι μέρες κυλούσαν ήρεμες όταν χτύπησε το κινητό και ήταν ο Δανός. Είχαμε περίπου τρις ώρες!!! για ψάρεμα προτού έρθει το καράβι με τους τουρίστες που περίμενε. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο και μάζεψα τα ψαρικά μου μονομιάς, φίλησα την Σταυρούλα και εξαφανίστηκα τραβώντας για το σκάφος του Δανού. Αφού βάλαμε όλους τους εξοπλισμούς, ξεκινήσαμε για ένα από τους κοντινούς μεν αλλά βαθύς ψαρότοπους δε. Το ρηχό κομμάτι ήταν πολύ μικρό για τους τρεις μας και έτσι αποφασίσαμε να το ψαρέψει ο Δημήτρης μόνος του. Εγώ θα ψάρευα με τον Δανό τα πιο βαθιά για να προσέχει ο ένας τον άλλον. Ρίξαμε άγκυρα, φορέσαμε τις στολές μας και βουτήξαμε. Τα νερά κρυστάλλινα και βλέπαμε σε βάθος περίπου 40μ! Κάναμε μια – δύο βουτιές για να «ανοίξουμε» και πήραμε τα βαθιά. Στην πρώτη βουτιά ο Δανός στα 16μ πλησιάζει σε έναν βράχο και ρίχνει. Συναγερμός! Ετοιμάζομαι να βουτήξω μήπως χρειάζεται βοήθεια, αλλά τον βλέπω να αναδύεται αγκαλιά με έναν οκτάρι ροφό. Μου λέει ότι μια στήρα αρκετά μεγάλη ήταν πίσω από τον ροφό. Βουτάω αμέσως, φτάνω στην είσοδο του βράχου και διακρίνω ένα ψάρι. Χωρίς δεύτερη σκέψη σημαδεύω και ρίχνω για να πιάσω έναν δίκιλο ροφάκο. Στεναχωρήθηκα για το συμβάν αλλά η στήρα ήταν άφαντη. Μάταια την ψάξαμε, μάλλον την είχε κοπανίσει από την «πίσω πόρτα» για τα βαθιά. Αφού βάλαμε τα ψάρια στο ψυγείο τραβήξαμε για τα βαθιά. Κάναμε καρτέρια, πλαναρίσματα τίποτα. Οι βουτιές μας είχαν φτάσει σε βάθος περίπου 30μ, όταν ο Δανός βρήκε μια μεγάλη πλάκα μέσα σε μια φυκιάδα. Ήταν όλη τρύπια και έπαιζαν στήρες. Βουτάω από την βαθιά μεριά της και βλέπω ότι τα ψάρια είναι από την άλλη. Το λέω στο Δανό, βουτάει και κτυπάει μια στήρα 4,5 κιλά. Βουτάω από την άλλη και πιάνω άλλη μια 2,5 κ. Κάναμε αρκετές βουτιές και ο Δανός πήρε άλλη μια δίκιλη στήρα. Τότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε για να μην καταστρέψουμε την πλάκα και ας είχε αρκετά ψάρια ακόμη. Μια άλλη φορά ίσως να μας ξαναδώσει ψάρια.. Κολυμπούσαμε όταν είδα κάτι σκιές να τρέχουν. Φωνάζω το Δανό να με προσέχει και αφού προετοιμάστηκα βούτηξα. Σε μια διαμπερή πέτρα έτρεχαν μεγάλες πίγκες. Ότι και να έκανα τα ψάρια δεν με άφηναν να τα πλησιάσω. Τότε διέκρινα μια μεγάλη στήρα να με κοιτάει ψιλοκριμένη στον διπλανό βράχο. Σέρνομαι πάνω στην άμμο προς το μέρος της και όταν την είμαι εντός βολής της ρίχνω. Το ψάρι χτυπιέται και τρυπώνει. Εγώ λόγω της μεγάλης βουτιάς δεν έχω και πολλές δυνάμεις να το παλέψω. Έτσι ανοίγω το μουλινέ μου και αναδύομαι. Αμέσως βουτάει ο Δανός και ξεβραχώνει το 3,5κ ψάρι και το ανεβάζει στην επιφάνεια.
«Την τράβηξες την βουτιά» μου λέει. «Στα 32,2μ. σε 2΄και 19’’εεεε;» «Αναγκάστηκα γιατί οι πίγκες δεν ερχόντουσαν και τελευταία στιγμή είδα την στήρα. Γνωρίζοντας ότι εσύ είσαι από πάνω και με προσέχεις το επιχείρησα. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να έκανα κάτι τέτοιο» του απάντησα. Κάναμε δύο - τρις βουτιές ακόμη αλλά οι μεγάλες πίγκες ήταν άφαντες. Σε ένα χαράκι ο Δανός βρήκε 5-6 στήρες η μια δίπλα στην άλλη, αλλά επειδή το πιο μεγάλο ψάρι ήταν περίπου 1,5κ δεν τις πειράξαμε. Άλλωστε μας Είχε δώσει πολύ περισσότερα από ότι περιμέναμε να πιάσουμε. Μας είχε τελειώσει και ο χρόνος, μιας και ο Δανός έπρεπε να πάει στο καράβι. Γυρίσαμε στο σκάφος όπου ο Δημήτρης μας έβγαλε τις απαραίτητες φωτογραφίες. Ο Δημήτρης είδε 3-4 πολύ μεγάλους ροφούς στα 25μ βάθος αλλά δεν επιχείρησε την βουτιά γιατί ήταν μόνος του.



Αφού αλλάξαμε πήραμε τον δρόμο του γυρισμού όλο χαρά. Δόθηκε ραντεβού το επόμενο μεσημέρι σε γνωστή ταβέρνα και ήρθαν και άλλοι φίλοι όπου σε ένα τρικούβερτο γλέντι φάγαμε κάποια από τα χτεσινά ψάρια.
Αυτή ήταν και η τελευταία μας μέρα στο όμορφο αυτό νησί. Την επομένη μπήκαμε στο καράβι για να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Είμαι σίγουρος όμως ότι θα ξανάρθουμε στην αγαπητή μας Φολέγανδρο!!!